ΜΑΛΛΙΑ ΠΡΑΣΙΝΑ

(ή,

όταν η φύση μάς αποτείνεται)

I ᾿m out of bed and dressed.

What more do you want ?

Banksy

Το φετινό καλοκαίρι, κάποιος που ᾿χει προηγουμένως παρακολουθήσει την performance της Ευαγγελίας Μπασδέκη κάλλιστα θα μπορούσε να αναφωνήσει πως ‘’τα ευρώ είναι φθαρτά, τα φυτά είναι αιώνια! ‘’ Η καταξιωμένη καλλιτέχνιδα παρουσίασε στην γκαλερί ΑΔ στην Αθήνα την περφόρμανς Η σιωπή των πιθήκων, όπου έχοντας φυτέψει στα μαλλιά της σπόρους διαφόρων φυτών απαραίτητων για τη διατροφή μας, φρόντισε η ίδια ως ξενιστής για την ανάπτυξή τους, θέτοντας στο περιθώριο τόσο το σώμα της όσο και τον προσωπικό της χώρο και  χρόνο.

 Έτσι, ως μια προσπάθεια ‘’αποεννοιολόγησης’’ της φύσης και της αναπαράστασής της, η Μπασδέκη σπεύδει να κλείσει την ψαλίδα ανάμεσα στη φύση και τον άνθρωπο δείχνοντας εμφατικά πως η μεταξύ τους απόσταση είναι κατασκευασμένη. Αν και γνωρίζει καλά ότι η εντός της φύσης ομορφιά θέτει το είναι του ανθρώπου σε τροχιά φυγόκεντρη, αρνείται πεισματικά όχι μόνο την αόριστη, αφ ᾿  υψηλού, απόμακρη σχέση ανάμεσα σε φύση και άνθρωπο, αλλά και μεταξύ κόσμου και τέχνης. Η τελευταία, τουλάχιστον έτσι όπως την αντιλαμβάνεται η καλλιτέχνιδα, οφείλει να αφουγκράζεται δυναμικά, σχεδόν ανατρεπτικά, τις όποιες κοινωνικές αξίες ενόψει ποικίλων οικολογικών προκλήσεων, φέρνοντας στο προσκήνιο μια νέα υπαρξιακή οπτική πάνω στο δίπολο άνθρωπος-φύση ˙ είναι σα να διερωτάται για το εάν θα μπορούσε να υπάρξει εκ νέου μια σύμβαση ανάμεσα στη νόηση και τη φύση ενόσω οικο-δομεί μια αφανή οικειότητα με τα πράγματα, καθιστώντας επομένως τον χώρο άμεσα εξαρτώμενο από την ίδια. Αυτό που αφορά την Μπασδέκη έχει να κάνει με το das Wohin (= το προς-κάπου) του Heidegger, κι όχι το das Wo (= το κάπου), καθότι η ίδια ενδιαφέρεται για τον χαρακτήρα που μπορεί να λάβει ένας τόπος, μια θέση, ένα σημείο, ως κίνηση μονάχα. Η γνωστή μας performer αποπραγματώνει την ιδεολογική αυταπάτη της σοβαροφάνειας που χαρακτηρίζει το κοινό, και εν συνεχεία, παρουσιάζει ένα ιδιότυπο βιοτικό ύφος ικανό να αποτελέσει εσαεί πρό(σ)κληση για το αστικό βιοτικό ύφος, εμβολιάζοντας το τελευταίο με μια σωματική ‘’μη-απόλαυση’’ ˙ πρόκειται, μ ᾿ άλλα λόγια, για μια κουλτούρα που ᾿χει γίνει πια φύση, που ᾿χει γίνει πια σώμα : άλλωστε, ‹‹ όταν ζει κανείς το τέλος ενός πολιτισμού, η ύστατη βίαιη αντιπαράθεση δεν είναι με την κοινωνία, με το κράτος, με την πολιτική, αλλά με τη σωματική, υλική υπόσταση του ανθρώπου ›› .

11304150_10152852350266680_896525805_n.jpg

                    Σε τούτη την performance δεν υπάρχει διάθεση μεταφοράς ή αλληγορίας, παρά μόνο μια πρόκληση προς ερμηνεία, βάζοντας φραγμό σε κάθε θεωρητική ‘’κατήχηση’’ ˙  η ίδια θα πει : ‘’προτείνω το σώμα του καλλιτέχνη ως tabula rasa σε σχέση με όλους τους κατηχισμούς, ένα σώμα το οποίο ανθίζει κάτω από την αναπαραγωγική δύναμη που μόνο η φύση έχει’’. Είναι το σώμα καθεαυτό της καλλιτέχνιδος που μας αποτείνεται , θέτοντας έτσι υπό κριτική εξέταση τον όρο υποκειμενικότητα. ‘’Η περφόρμανς μου αυτή’’, εξομολογείται η Μπασδέκη, ‘’είναι η αφύπνισή μου και τη μοιράζομαι με το κοινό γιατί αποτελεί τη δήλωσή μου. Αναζητώ μια περισσότερο αυθεντική και ειλικρινή σχέση χωρίς διαμεσολάβηση των –ισμών, προσπαθώντας να ξαναγίνω συνέχεια του συνόλου στη φύση που με περιέχει και την περιέχω’’.  Μπορεί ο τίτλος της έκθεσης να αντλείται από τους πιθήκους των πειραματικών εργαστηρίων, γεγονός είναι ωστόσο ότι υποδόρια παρεισφρέει και η αριστοτελική μίμησις, η οποία ‹‹ ανήκει στον λόγον, δεν είναι ο πιθηκισμός των ζώων… Η μίμησις είναι το ίδιον του ανθρώπου. Μόνον ο άνθρωπος μιμείται κυριολεκτικά… μόνον αυτός μαθαίνει μιμούμενος ›› . Το επαναστατημένο, λοιπόν, σώμα της Μπασδέκη ακυρώνει συνήθειες, αναιρεί προτεραιότητες, έρχεται σε ρήξη με τα κελεύσματα του καπιταλιστικού τρόπου ζωής, ούτως ώστε να στηρίξει μια περφόρμανς που αναδεικνύει ανάγλυφα την (μεταφορική) καθίζηση των εννοιών που παρατηρείται επί των ημερών μας. Εγκαταλείποντας τη φλυαρία της συνείδησης, η τέχνη της Μπασδέκη γίνεται υλική ενέργεια, καθαρή εμπειρία του εξωτερικού κόσμου, η πλέον απογυμνωμένη που οδεύει ενάντια στην γκρίζα μονοτονία του καθολικού. Αποτελεί μια εμπειρία χώρου όπου το υποκείμενο-καλλιτέχνης εκτίθεται ενώπιον της ίδιας του της περατότητας ˙ αντιπροσωπεύει ένα εγώ που επιθυμεί να μετατραπεί σε τόπο ρωγμών μέσα από τις οποίες θα αναδυθεί (ξανά) ο homo-natura.

Τεχνουργεί με παραγωγική ένταση, χωρίς να είναι αινιγματική ˙ όσα με φρόνηση στοχάζεται, θέλει να τα κάνει πράξη, ήτοι, βιώνει τη σκέψη της και σκέφτεται το βίο της αποκαλύπτοντας στο κοινό ένα ύφος ζωής και σκέψης το οποίο διαρκώς επιθυμεί να μεταμορφώνεται – εξάπαντος, όπως θα πει και ο Κώστας Αξελός, ‹‹ η ιστορία είναι ιστορία των μεταμορφώσεων της σχέσης μας με τον κόσμο ›› . Η πειραματική τέχνη της Μπασδέκη μπορεί να μας κλείνει το ματάκι με ένα στιλ ανοίκειο μα ολοκληρωτικά ελεύθερο, όμως δεν προσδοκά να μας μαγέψει αλλά να μας προβληματίσει κατά τον ίδιο τρόπο που το επιχειρεί κι ο διάσημος κινέζος εικαστικός Άϊ Γουέιγουέι (Ai Weiwei) όταν δηλώνει πως ‘’είναι πολύ παράξενη η ελευθερία ˙ μια φορά να τη ζήσεις , μένει στην καρδιά σου και δεν μπορεί να στην πάρει κανείς, και τότε, ως άτομο, μπορείς να είσαι πιο δυνατός από μια ολόκληρη χώρα’’ . H ελευθερία στην τέχνη της Μπασδέκη αγγίζει τα όρια του θαυμαστού, καθώς βγαίνει δυναμωμένη σ ᾿ ένα διάλογο ανάμεσα στον άνθρωπο και τη φύση, όπου όλο το βάρος πέφτει στη δεύτερη πλευρά.

Απόστολος  Ζιώγας

(βιολόγος)

Αύγουστος 2015

LEAVE A REPLY

Please enter your comment!
Please enter your name here